Η ανατροπή του πρώην προέδρου της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για ανεξέλεγκτες εξελίξεις στη χώρα. Και, όπως όλα δείχνουν, τα πιο δύσκολα για την Ουκρανία βρίσκονται μπροστά της.
![]() |
| Γελοιγραφία του Αλεξέι Γιορς |
Η σύγκρουση αντιλήψεων και επιδιώξεων των μεγάλων «παικτών», την οποία προκάλεσαν τα γεγονότα στην Ουκρανία, επηρεάζει ήδη βασικές αξίες της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, όπως αυτή φάνταζε τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Το τέλος της αντιπαράθεσης είναι ακόμη μακριά, η πιο επικίνδυνη φάση της έπεται, και σχετίζεται με τις προγραμματισμένες για τις 25 Μαΐου προεδρικές εκλογές. Αξίζει να εξεταστεί, σε ποια θέση έχουν περιέλθει οι βασικοί δρώντες και αν αυτοί έχουν ξεκάθαρες γραμμές συμπεριφοράς.
Η κατάσταση στην Ουκρανία έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Από τη μια, η κυβέρνηση είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει τις ταραχές και τα οικονομικά προβλήματα. Από την άλλη, οι «Λαϊκές Δημοκρατίες» της Ανατολικής Ουκρανίας δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως μια υπεύθυνη δύναμη που στηρίζεται στην πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού. Τα κεντρικά πρόσωπα που βγαίνουν μπροστά, όπως και εκείνα πίσω από τη σκηνή, δεν είναι ικανά να συντονιστούν προς την κατεύθυνση της διευθέτησης. Και το ζήτημα δεν βρίσκεται μόνο στη μεγάλη αμοιβαία εχθρότητα που υπάρχει μεταξύ τους. Υπάρχει ανάγκη για ένα κοινό πλαίσιο.
Η λογική του ντόμινο
Εν τω μεταξύ, ύστερα από τα τραγικά γεγονότα στο Κίεβο κατά το δεύτερο μισό του Φεβρουαρίου, το πεδίο νομιμότητας παραβιάστηκε και κάθε ενέργεια, το μόνο που πετυχαίνει, είναι να δυσχεραίνει την κατάσταση. Η Συνταγματική τάξη κατέπεσε αρχικά υπό την επαναστατική ορμή και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την αρχή του μπούμερανγκ, της λογικής δηλαδή, «εφόσον επιτρέπεται σε σας, επιτρέπεται και σε μας». Στις συνθήκες μιας ετερογενούς χώρας, διαιρεμένης από ιστορικές και πολιτιστικές διαφορές, αυτό οδηγεί σε ταχεία πόλωση.
Στο Μαϊντάν, απαντούν με «Αντιμαϊντάν», εθνικιστικές ομάδες γεννούν «αντιφασιστικούς» σχηματισμούς, η προσπάθεια μονοπώλησης της κεντρικής εξουσίας από μια ομάδα οδηγεί στην αποξένωση των άλλων, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ουκρανικού λαού αντανακλάται στον «καθρέφτη» των ενεργειών στην Κριμαία κλπ. Οι δημοκρατικές διαδικασίες (εκλογές), οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να οδηγήσουν στην επαναφορά της νομιμότητας, οι ίδιες αυτές πραγματοποιούνται εκτός των Συνταγματικών πλαισίων, γι’ αυτό και δεν θα λύσουν το πρόβλημα, αλλά θα το επιδεινώσουν.
Ωστόσο, χωρίς εκλογές η Ουκρανία θα βυθιστεί οριστικά σε κενό. Είναι ορθή η άποψη ότι, πριν από οποιεσδήποτε εκλογές, θα πρέπει να προηγείται μια διαδικασία εθνικής συμφιλίωσης, κάτι σαν την πολωνική «στρογγυλή τράπεζα» του 1989 ή τη Συνταγματική συνέλευση. Δεν είναι όμως σαφές, υπό ποιες βάσεις θα επιλεχθούν οι αντιπρόσωποι μια τέτοιας συνέλευσης. Η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και η απώλεια εσωτερικής στήριξης δημιούργησαν μια χοάνη, από την οποία στην κυριολεξία απορροφούνται ξένες δυνάμεις, ανταποκρινόμενη στα καλέσματα εκείνων, τους οποίους η κάθε πλευρά θεωρεί ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά της.
Η Μόσχα δεν κάνει πίσω
Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Κριμαίας ήταν ένα γεγονός μοναδικό, που έχει ξεχωριστή ιστορική και ψυχολογική σημασία, και κάπου εδώ η επιδίωξη της Μόσχας για εδαφικά αποκτήματα, όπως όλα δείχνουν, τελείωσε. Ο περαιτέρω στόχος είναι η ανασυγκρότηση της Ουκρανίας, με στόχο όμως, να μην μετατραπεί σε ένα συμπαγές αντιρωσικό κράτος.
Η υποστήριξη των ενεργειών των ακτιβιστών στην Ανατολή εντάσσεται στη γενική λογική της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Παρόλα αυτά όμως, πειστικές αποδείξεις στους ισχυρισμούς περί μαζικής παρουσίας ρώσων «πρακτόρων» στη Νοτιοανατολική Ουκρανία, δεν έχουν βρεθεί. Ωστόσο, η σταθερή πρόθεση να μην επιτραπεί η ήττα των «δυνάμεων της αυτοάμυνας» δεν κρύβεται. Η αποτυχία της «αυτοάμυνας» θα εκληφθεί ως αποτυχία του Κρεμλίνου. Επομένως, η Ρωσία δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί από αυτές τις ομάδες. Το κίνημα κατά του Κιέβου στη Νοτιοανατολική Ουκρανία το θεωρούν στη Μόσχα ως εγγύηση πως κατά την αναδιάρθρωση του κράτους , υποχρεωτικά θα ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα τόσο των κατοίκων αυτού του τμήματος της χώρας, όσο και της Ρωσίας.
Προς μείζονα αλλαγή στις διεθνείς σχέσεις
Πάντως η μάχη χαρακωμάτων στην Ουκρανία είναι ένα μόνο από τα επίπεδα του μεγάλου παιχνιδιού. Η Μόσχα αντιμετώπισε τη σκληρή απόρριψη των ενεργειών της από τη Δύση, και η αντιπαράθεση αυτή είναι μη αναστρέψιμη. Η Ρωσία εισέρχεται σε τέτοιες σχέσεις με τη Δύση, που ψυχολογικά μοιάζουν με τον Ψυχρό πόλεμο.
Προς το παρόν επικρατεί μια ακινησία, ένας σημειωτόν βηματισμός. Σύντομα όμως, θα χρειαστεί να αναδιοργανωθεί το σύστημα των διεθνών σχέσεων και να προσαρμοστεί το οικονομικό μοντέλο υπέρ της παραίτησης από την ενοποίηση με τις παγκόσμιες αγορές. Είναι άγνωστο, με πόση ακρίβεια το Κρεμλίνο προσμέτρησε τις οικονομικές συνέπειες, αλλά η ενδεχόμενη απάντηση της Δύσης είχε ληφθεί υπόψη, και το μέγεθος της ζημιάς είχε εκτιμηθεί ως αποδεκτό.
Σκοπός της Μόσχας είναι να καθορίσει αυστηρά την κόκκινη γραμμή η οποία θα δώσει ένα τέλος στην εποχή που ακολούθησε την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Επίσης, να ενισχύσει δυναμικά την παρουσία της ενόψει της διαμόρφωσης μιας νέας παγκόσμιας τάξης. Η Ρωσία δεν θα υποχωρήσει στο ουκρανικό ζήτημα. Η αποφασιστικότητα που επέδειξε στην Κριμαία, δεν έδειξε μόνον πόσο σοβαρά είναι προδιατεθειμένη. Σε μεγάλο βαθμό έκοψε και το δρόμο κάθε υποχώρησης. Πλέον δεν γίνεται να μειώσει τις διεκδικήσεις της σε όσα διακυβεύονται στην περιοχή.
Η Ευρώπη σε αμηχανία
Η ΕΕ, από τη μεριά της, βρίσκεται σε σύγχυση. Δεν μπορεί να διαμορφώσει ουσιαστική, παρεμβατική θέση γύρω από την Ουκρανία. Η πολιτική ισχύος δεν είναι του στύλ της. Πολύ περισσότερο, αδυνατεί να διατυπώσει μια ενιαία ανεξάρτητη θέση σε αυτό το καυτό θέμα εξωτερικής πολιτικής. Και παρότι, η λογική υπαγορεύει στην ΕΕ να είναι αυτή που θα αναλάβει τις πιο δραστήριες προσπάθειες για τη διευθέτηση της κρίσης στην Ουκρανία, η γηραιά ήπειρος έχει χάσει την πρωτοβουλία.
Ολα δείχνουν ότι η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη για μια τόσο απότομη αλλαγή του σκηνικού. Μετά τον Ψυχρό πόλεμο, η Γηραιά ήπειρος συνήθισε να υιοθετεί μια χαλαρή στάση που χαρακτηριζόταν όχι από κάποιον ιδιαίτερο φόβο απέναντι στη Ρωσία. Μια τέτοια λογική δεν επέτρεπε την αντιπαράθεση, και έδινε τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας. Οι τελευταίες αντιδράσεις του Κρεμλίνου στο ουκρανικό ζήτημα, προκάλεσαν σοκ στην Ευρώπη, ξυπνώντας ιστορικές φοβίες, και ανησυχία μήπως επαναληφθούν οι εφιάλτες της ευρωπαϊκής ιστορίας του 20ου αιώνα, από τους παγκοσμίους πολέμους και την επαναχάραξη των συνόρων, μέχρι τη συστημική διάσπαση υπό το στόχαστρο των πυρηνικών όπλων.
ΟΙ ΗΠΑ δεν το περίμεναν
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που σε πολιτικό επίπεδο το κύριο που έκαναν μέχρι τις αρχές του έτους στην Ουκρανία, ήταν να εξαγοράζουν πολλά όχι και τόσο κεντρικά πολιτικά πρόσωπα, είναι αναγκασμένες τώρα να κάνουν βουτιά στα βαθιά νερά του ουκρανικού ζητήματος. Ο λόγος βέβαια, δεν είναι αυτή καθεαυτή η Ουκρανία, αλλά το ότι η Αμερική για πρώτη φορά εδώ πολλά χρόνια συνάντησε σκληρή και ανυποχώρητη αντίσταση στις ενέργειές της.
Η Ουάσιγκτον δεν περίμενε μια τόσο ισχυρή αντίδραση απ’ τη Μόσχα. Τελικά άλλαξε η εικόνα που υπήρχε. Μέχρι τα γεγονότα στην Ουκρανία, η Ρωσία αποτελούσε για τις ΗΠΑ έναν πονοκέφαλο και όχι ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Πλέον, τη Ρωσία, ακόμη κι αν δεν την βλέπουν σαν έναν κανονικό εχθρό, την αξιολογούν ως μια υποψήφια για το ρόλο αυτό, σαν εκείνον που τους πετά το γάντι.
Η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να χωθεί στο εκρηκτικό μείγμα από το οποίο αποτελείται η εσωτερική ουκρανική πολιτική ζωή. Γι’ αυτό θα χρησιμοποιήσει τις καθιερωμένες τακτικές. Η «λογική» των ΗΠΑ, ως συνήθως άλλωστε, είναι απλή. Μια συνταγή που έχει χρησιμοποιηθεί κατ' επανάληψη σε πολλές περιοχές του κόσμου: Κατά τις ίδιες, από τη μια υπάρχει μια -έστω ατελής, αλλά θιασώτρια της δημοκρατίας- «κυβέρνηση» στο Κίεβο, η οποία αναδύθηκε μέσα από το κύμα της αντίστασης προς τον τύραννο Γιανουκόβιτς, και από την άλλη υπάρχουν οι σφετεριστές, παρακινούμενοι και καθοδηγούμενοι από τους κληρονόμους της «αυτοκρατορίας του κακού», της Μόσχας δηλαδή.
Οικονομικός πόλεμος
Μέσω των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, οι ΗΠΑ εκτιμούν ότι θα υποχρεώσουν τη Μόσχα να αλλάξει την πολιτική της. Οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο, όμως, είναι μηδενικές. Η πίεση προς τη Μόσχα, λοιπόν, θα χρειαστεί να αυξηθεί, περνώντας όλο και περισσότερο σε μια συνδυασμένου χαρακτήρα ανάσχεση. Δεδομένου μάλιστα ότι το κύριο θέμα δεν είναι η Ουκρανία, η αντιπαράθεση μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα πεδία.
Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας μπορούν να έχουν και μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα. Μάλλον για πρώτη φορά, οι ΗΠΑ επιδεικνύουν με τόση σαφήνεια ότι πραγματικά είναι το «αφεντικό» του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Τα συστήματα πληρωμών Visa και MasterCard «κόβουν» τις ρωσικές Τράπεζες, οι οποίες εμπίπτουν στις κυρώσεις, και οι παγκόσμιες εταιρίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών είναι έτοιμες να διακόψουν τις σχέσεις με «ανεπιθύμητους» πελάτες.
Ανάλογα μέτρα είχαν ληφθεί στο παρελθόν, αλλά απέναντι σε χώρες που υπολείπονταν σημαντικά σαν πολιτικά και οικονομικά μεγέθη σε σχέση με τη Ρωσία, και γενικά λιγότερο μετέχουσες στα παγκόσμια οικονομικά δρώμενα. Την ίδια στιγμή ωστόσο, η χρήση του μέτρου αυτού κατά της Ρωσίας, οξύνει το ζήτημα που ούτως ή άλλως αντιμετωπίζουν οι μεγάλες, αλλά όχι συμμαχικές με τις ΗΠΑ χώρες. Μπορούν άραγε να βασίζονται στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα (και γενικά στα παγκόσμια συστήματα, όπως για παράδειγμα στο Ιντερνετ), εφόσον σε αυτό είναι τόσο εύκολο να ασκηθούν παρεμβάσεις προς το συμφέρον της χώρας που επικρατεί στο διεθνές προσκήνιο; Των ΗΠΑ, δηλαδή. Μέσα σε συνθήκες κατακερματισμού του παγκόσμιου εμπορικού και οικονομικού περιβάλλοντος, και της δημιουργίας οικονομικών μπλοκ αντί ενιαίων κανόνων, η πίεση των κυρώσεων αυτού του είδους, το μόνο που προσπαθεί να ενισχύσει, είναι τον μονοπολικό κόσμο, όχι μόνο σε πολιτικό, αλλά και σε οικονομικό επίπεδα.
Κοιτάζοντας αυτό το μεγάλο τοπίο, είναι δύσκολο ακόμα και να θυμηθεί κανείς, από τι ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία. Θα μπορούσε άραγε ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς να φανταστεί ποτέ, ποια τζίνια απελευθέρωνε από το λυχνάρι, πριν από έξι μήνες, όταν ανέβαλε την υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ;
Ο Φιόντορ Λουκιάνοφ είναι πρόεδρος του προεδρείου του Συμβουλίου εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
