Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ( ΠΩΣ Ο ΔΕΞΙΟΣ ΚΑΙ «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ» ΕΥΡΩΦΑΣΙΣΜΟΣ ΧΤΥΠΟΥΝ ΑΠΟ «ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΥΠΟΥΛΑ ΚΑΙ ΠΙΣΩΠΛΑΤΑ ΟΣΟΥΣ ΑΡΘΡΩΝΟΥΝ ΦΩΝΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΤΟΥ)

ΦΩΤΟ sottovoce6.blogspot.com
http://periousios.blogspot.gr/

Μια ιστορία υποτιθέμενης διαγραφής χρέους


      Υπάρχει μια μικρή ιστορία, που θέλει το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά να προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και να επιτυγχάνει την έκδοση αποφάσεως, με την οποία η Ελλάδα κατάφερε, ώστε να μην πληρώσει το χρέος της προς μια βελγική τράπεζα. Αυτή η ιστορία διαδίδεται εδώ και μια διετία, περίπου, υπάρχει σε ιστότοπους πάσης φύσεως, προβάλλεται ως η λύση, που αρνούνται να ακολουθήσουν οι τωρινοί κυβερνώντες, και συνοδεύεται με συγκρίσεις του τότε πολιτικού με τους σημερινούς, οι οποίες φτάνουν μέχρι του σημείου να θεωρείται υπέρτερη η πολιτική του από αυτή των σημερινών.
Η πλειονότητα των προσώπων, που αναπαράγουν τη συγκεκριμένη είδηση (οράτε εδώ, εδώ και εδώ), λειτουργούν όπως η πλειοψηφία των χρηστών του Διαδικτύου στην Ελλάδα, ήτοι την αναγιγνώσκουν από κάποιο ιστότοπο και την αναπαράγουν αβίαστα, χωρίς προηγουμένως να έχουν ερευνήσει την αξιοπιστία της. Κάποιες από τις παραπάνω σελίδες περιέχουν μια σελίδα του υπομνήματος, το οποίο (λέγεται ότι) υπέβαλε η νομική υπηρεσία της ελληνικής κυβέρνησης και καταλήγουν, ότι αυτός ο ισχυρισμός, όπως και οι υπόλοιποι, έγιναν δεκτοί από το αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο. Αλλού έχει απαλειφθεί ο όρος «Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης», καθόσον το συγκεκριμένο όργανο ιδρύθηκε αρκετά χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (απλά ετύγχανε, όπως θα δούμε παρακάτω, και το τότε διεθνές Δικαστήριο να εδρεύει στη Χάγη), σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως περισσότερο αληθοφανής η είδηση αυτή. Σε κανένα από τους παραπάνω ιστότοπους δεν περιέχεται το σώμα της εκδοθείσης αποφάσεως.

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, οι αποφάσεις του Διαρκούς Δικαστηρίου του Διεθνούς Δικαίου (Permanent Court ofInternational Justice), το οποίο λειτουργούσε προπολεμικά στα πλαίσια της λειτουργίας της Κοινωνίας των Εθνών, προδρόμου του Ο.Η.Ε., περιλαμβάνονται στο Διαδίκτυο και οποιοσδήποτε χρήστης του με στοιχειώδεις γνώσεις της αγγλικής γλώσσας μπορεί να τις ανεύρει. Μάλιστα, η πληκτρολόγηση των αναγκαίων όρων στην αγγλική γλώσσα είναι απαραίτητη, προκειμένου η σχετική μηχανή αναζήτησης να ανεύρει την επίμαχη απόφαση, που είναι αυτή εδώ, καθότι η αναζήτηση αποκλειστικά στα ελληνικά οδηγεί, μεταξύ άλλων, στις παραπάνω, υπόπτου βασιμότητος, ιστοσελίδες.
Η ιστορία έχει ως εξής : Τον Αύγουστο του 1925, η τότε ελληνική κυβέρνηση ήλθε σε συμφωνία με τη βελγική τράπεζα «SocieteCommerciale de Belgique», προκειμένου η τελευταία να χρηματοδοτήσει την κατασκευή τμήματος του σιδηροδρομικού δικτύου της Ελλάδος. Για την εξόφληση της σχετικής υποχρεώσεώς της προς την εταιρεία αυτή, η Ελλάδα υπέγραψε δανειακή σύμβαση με την τράπεζα αυτή. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι οι όποιες διαφορές, τεχνικές ή οικονομικές, μεταξύ της χώρας μας και της παραπάνω τραπέζης θα επιλύονταν μέσω διαιτησίας από τριμελή επιτροπή διαιτησίας. Κάθε μέρος θα επέλεγε από ένα μέρος και το τρίτο θα το επέλεγαν με κοινή συμφωνία τους τα μέρη και σε περίπτωση διαφωνίας τους για το μέλος αυτό, η επιλογή θα γινόταν από τον Πρόεδρο του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας, που είχε τότε την έδρα του στη Χάγη. Οι όποιες αποφάσεις της επιτροπής αυτής θα ήταν τελεσίδικες και δεν θα υπάγονταν σε ένδικα μέσα.
Το Μάιο του 1932, η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου κήρυξε στάση πληρωμών. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα να εξοφλήσει τη δόση του παραπάνω δανείου της την 1η Ιουλίου 1932, δήλωσε αδυναμία προς τούτο, με αποτέλεσμα η εργολήπτρια εταιρεία να μην μπορέσει να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της προς τους υπεργολάβους του ανωτέρω έργου και οι εργασίες να σταματήσουν. Προς τούτο συνηγορούσε και το πόρισμα της Οικονομικής Επιτροπής, που είχε αποστείλει στην Ελλάδα η Κοινωνία των Εθνών, για να εκτιμήσει την οικονομική κατάσταση της χώρας.
Προκειμένου να μην απωλέσει τα χρήματά της, η ανωτέρω βελγική τράπεζα προσέφυγε στην παραπάνω επιτροπή διαιτησίας και η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε προς τούτο. Η διαδικασία ενώπιον της επιτροπής αυτής άρχισε το 29 Νοεμβρίου του 1935 και η πρώτη απόφαση της επιτροπής αυτής εξεδόθη στις 3 Ιανουαρίου του 1936. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, ακυρωνόταν η συμφωνία της 27ηςΑυγούστου 1925 από τον Ιούλιο του 1932 και οριζόταν ένα σώμα ειδικών, το οποίο θα επεξεργαζόταν κάποια λύση για το ποσό και τον τρόπο πληρωμής της οφειλής της Ελλάδος προς την παραπάνω τράπεζα. Στις 25.07.1936, η παραπάνω επιτροπή εξέδωσε δεύτερη απόφαση, με την οποία η συνολική οφειλή της χώρας μας ορίστηκε στα 6.771.868 χρυσά δολλάρια με επιτόκιο 5% από τις 01.08.1936. Με την ίδια δεύτερη διαιτητική απόφαση καθορίστηκαν και μια σειρά από άλλους όρους.
Παρά τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις, η κυβέρνηση Μεταξά, που λίγο καιρό μετά την έκδοση της δεύτερης παραπάνω διαιτητικής αποφάσεως είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, αρνήθηκε να πληρώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό και, έτσι, το Δεκέμβριο του 1936 δύο εκπρόσωποι της βελγικής τράπεζας ταξίδεψαν στην Αθήνα και στις 21.12.1936 συνέταξαν υπόμνημα, με το οποίο ζητούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να καταβάλει άμεσα 4.000.000 δολλάρια και το υπόλοιπο σε δόσεις. Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε στις 31.12.1936, ότι διαφωνούσε με το χαρακτήρα του χρέους, ήτοι θεωρούσε, ότι αυτό αποτελεί τμήμα του ελληνικού δημοσίου χρέους και, συνεπώς, έπρεπε να πληρωθεί υπό τους ίδιους όρους που πληρωνόταν και το υπόλοιπο δημόσιο χρέος. Προσφέρθηκε, μάλιστα, να καταβάλει άμεσα το ποσό των 300.000 δολλαρίων προς την παραπάνω βελγική τράπεζα.
Φυσικά, η βελγική τράπεζα αρνήθηκε να αποδεχθεί την παραπάνω πρόταση και στις 05.01.1937 απάντησε, ότι η εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης στους όρους της ισοδυναμούσε με άρνησή της να αποπληρώσει το παραπάνω χρέος της, το οποίο ήταν εμπορικό και όχι δημόσιο, και προέβη σε νέα πρόταση προς την ελληνική κυβέρνηση, η οποία απορρίφθηκε εκ νέου και έτσι, στις 21.05.1937, η βελγική τράπεζα απευθύνθηκε στη βελγική κυβέρνηση για προστασία.
Στις 14.06.1937, η βελγική κυβέρνηση ζήτησε από την κυβέρνηση Μεταξά την επανεξέταση του όλου θέματος, προκειμένου να αποφευχθεί η δικαστική διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών. Η κυβέρνηση Μεταξά επανέλαβε, με τρεις μήνες καθυστέρηση, στις 06.09.1937, ό, τι είχε περιλάβει στην από 31.12.1936 απάντησή της, αναγκάζοντας τη βελγική πλευρά να υποστηρίξει, στις 22.12.1937, ότι θα προσέφευγε στο Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου. Η Ελλάδα αντέτεινε, ότι το Δικαστήριο αυτό δεν είχε την αρμοδιότητα να δικάσει μια τέτοια προσφυγή.
Τελικά, στις 04.05.1938 το Βέλγιο προσέφυγε στο Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα με την άρνησή της να συμμορφωθεί με τις δύο ανωτέρω διαιτητικές αποφάσεις και να πληρώσει το χρέος της είχε παραβεί τις διεθνείς υποχρεώσεις της.
Η ελληνική πλευρά αντέτεινε, ότι δεν είχε αρνηθεί να πληρώσει το χρέος της προς την ανωτέρω βελγική τράπεζα και είχε προσφερθεί να πληρώσει ό,τι εδύνατο, εξαιτίας της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεώς της. Τολμώ, μάλιστα, να κάνω εδώ μια παρένθεση και να αναρωτηθώ, σε τι ακριβώς συνίστατο το οικονομικό θαύμα, που συντελέστηκε επί εποχής Μεταξά στην Ελλάδα, όταν υπάρχει αυτή η ομολογία της ελληνικής αντιπροσωπείας στο ανωτέρω δικαστήριο. Κλείνει η παρένθεση.
Η βελγική πλευρά ανταπάντησε, ότι η ελληνική πλευρά επιχειρούσε να αλλάξει το χαρακτήρα της αντιδικίας μεταξύ των δύο μερών και ζήτησε από την ελληνική πλευρά να αναγνωρίσει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των παραπάνω διαιτητικών αποφάσεων και, κατά συνέπεια, να αποδεχθεί, ότι οι προϋποθέσεις αποπληρωμής του ελληνικού δημοσίου χρέους δεν σχετίζονταν, σε καμμία περίπτωση, με τις υποχρεώσεις της Ελλάδος βάσει των από 03.01.1936 και 25.07.1936 διαιτητικών αποφάσεων και η Ελλάδα δεν δικαιούνταν να προτείνει το διακανονισμό της 31ης Δεκεμβρίου του 1936. Η Ελλάδα με τη σειρά της αντέτεινε, ότι δεν είχε καθοριστεί ο χαρακτήρας της οφειλής της απέναντι στην ανωτέρω βελγική τράπεζα.
Κατά την ακροαματική διαδικασία, η βελγική πλευρά εστίασε στην ουσιαστική άρνηση της Ελλάδος να εξοφλήσει την οφειλή της προς την «Societe Commerciale de Belgique» και στο γεγονός ότι η άρνησή της αυτή συνιστούσε παράβαση των παραπάνω διαιτητικών αποφάσεων και, κατ’ επέκταση, των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Στην πορεία, ωστόσο, η βελγική πλευρά εστίασε αποκλειστικά στον ισχυρισμό, ότι η ελληνική πλευρά είχε δεχθεί το δεσμευτικό χαρακτήρα των διαιτητικών αποφάσεων, εγκαταλείποντας τους λοιπούς ισχυρισμούς της, όπως π.χ. ότι η Ελλάδα είχε αρνηθεί να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο των διαιτητικών αποφάσεων και έτσι είχε παραβιάσει τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, πράγμα που αναμφίβολα διευκόλυνε κατά πολύ την ελληνική πλευρά, αφού αυτή με τη σειρά της απεδέχθη το δεδικασμένο των διαιτητικών αυτών αποφάσεων, ακόμα και αν οικονομικοί λόγοι την εμπόδιζαν να συμμορφωθεί με το περιεχόμενό τους. Έτσι, η βελγική πλευρά ζήτησε από το Δικαστήριο να καταχωριστεί στο τηρούμενο για την υπόθεση αυτή αρχείο η δήλωση της ελληνικής πλευράς, ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει τον οριστικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα των διαιτητικών αποφάσεων υπέρ της «Societe Commerciale de Belgique» και ότι αυτές οι αποφάσεις έχουν ισχύ δεδικασμένου. Περαιτέρω, οι τελικοί ισχυρισμοί της βελγικής πλευράς είχαν ως εξής :
.- Η ελληνική κυβέρνηση ήταν νόμω υπόχρεη να συμμορφωθεί με τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις,
.- Οι όροι, υπό τους οποίους η ελληνική κυβέρνηση είχε αναλάβει να εξοφλήσει το δημόσιο χρέος της, δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν για την περίπτωση της οφειλής της προς την «Societe Commerciale de Belgique» και
.- Η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε κανένα δικαίωμα να ορίσει στη βελγική κυβέρνηση τους όρους αποπληρωμής της οφειλής της προς την παραπάνω τράπεζα σύμφωνα με τους όρους εξόφλησης του δημοσίου χρέους της και, σε κάθε περίπτωση, κατά τρόπο ξένο προς τα οριζόμενα από τις ανωτέρω διαιτητικές αποφάσεις.
Το Δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, ότι, εφόσον η Ελλάδα ανεγνώριζε την ισχύ των ανωτέρω διαιτητικών αποφάσεων, οι τελικοί αυτοί ισχυρισμοί ήταν άνευ αντικειμένου.
Οι τελικοί ισχυρισμοί της Ελλάδος ήταν οι κάτωθι :
.- Ήταν αδύνατο η ελληνική κυβέρνηση, λόγω της οικονομικής κατάστασης της χώρας, να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο των διαιτητικών αποφάσεων.
.- Ήταν απαραίτητο οι δύο πλευρές να έλθουν σε συνεννόηση, προκειμένου να εξευρεθεί ένας τρόπος εξόφλησης του χρέους προς τη βελγική τράπεζα, ο οποίος να λαμβάνει υπόψη του την οικονομική κατάσταση της χώρας.
.- Μια τέτοια λύση, για να είναι δίκαιη, θα έπρεπε να περιλαμβάνει τη συνεννόηση της ελληνικής κυβέρνησης με τους κατόχους ομολόγων του ελληνικού χρέους.
Άπαντες οι ανωτέρω ισχυρισμοί της ελληνικής πλευράς απερρίφθησαν και, έτσι, με ψήφους 13 υπέρ και 2 κατά το ανωτέρω Δικαστήριο έκρινε, οι διαιτητικές αποφάσεις, που αφορούσαν τη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την τράπεζα «Societe Commerciale deBelgique» ήταν οριστικές και δεσμευτικές. Η απόφαση αυτή εξεδόθη στις 15.06.1939.
Συμπεράσματα;
.- Η παραπάνω απόφαση όχι μόνο δεν δικαίωσε την Ελλάδα αλλά ανεγνώρισε, ότι οι από 03.01.1936 και 25.07.1936 διαιτητικές αποφάσεις ήταν δεσμευτικές γι’ αυτή. Κατά τα κοινώς λεγόμενα, η Ελλάδα ηττήθηκε κατά κράτος. Και ναι μεν το παραπάνω Δικαστήριο αναγνωρίζει, ότι οι είναι δυνατή μια νέα συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, την οποία η Ελλάδα θα δύναται να τηρήσει, λαμβανομένων υπόψη της κακής οικονομικής καταστάσεώς της, πλην, όμως, μέχρι να ληφθεί μια τέτοια συμφωνία(που, εξ όσων γνωρίζω, ουδέποτε ελήφθη), οι παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις δέσμευαν την Ελλάδα.
.- Ουσιαστικά η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique» αφορούσε το χαρακτηρισμό του χρέους είτε ως μέρους του δημοσίου χρέους της χώρας και, εντεύθεν, υπαγόμενο στις ειδικότερες ρυθμίσεις περί του τρόπου αποπληρωμής του είτε ως ρυθμιζόμενου από τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις. Η Ελλάδα προφανώς λόγω της δυσχερούς οικονομικής της κατάστασης είχε συμφωνήσει να εξοφλεί το δημόσιο χρέος της κατά τρόπο, που να μην οδηγούσε στην ολοκληρωτική εξαθλίωσή της. Επεδίωξε, λοιπόν, να υπαγάγει και το χρέος της προς την ανωτέρω βελγική τράπεζα στους ίδιους όρους, πλην, όμως, η απόφαση του Διαρκούς Δικαστηρίου του Διεθνούς Δικαίου δεν έκανε δεκτό αυτό τον ισχυρισμό της.
.- Προκύπτει αβίαστα, ότι η Ελλάδα ενήργησε κατά τρόπο εκβιαστικό απέναντι στη βελγική τράπεζα, αξιώνοντας ουσιαστικά την ανατροπή των οριζομένων από τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις προϋποθέσεων εξόφλησης της οφειλής της Ελλάδος προς την τράπεζα αυτή. Η απόφαση, που παραπάνω αναφέραμε, αποτελεί την πιο απτή απόδειξη της τύχης των πολιτικών λεονταρισμών χωρών, οι οποίες ξαφνικά προφασίζονται διάφορους τρόπους, προκειμένου να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τρίτους (και δεν αναφέρομαι σε ό,τι θεωρείται ως επαχθές χρέος, σύμφωνα με τη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων).
Αν θέλει κανείς να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα, τι είδους απόφαση εξέδωσε στις 15.06.1939 το Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου και κατά πόσο δικαίωσε, τελικά, την Ελλάδα, μπορεί να διαβάσει το κείμενο της απόφασης απευθείας εδώ. Αν, πάλι, αρέσκεται να ονειρεύεται διαγραφές χρεών και δικαίωση της κακώς εννοούμενης μαγκιάς, υπάρχουν μπόλικα σχετικά κείμενα στο Διαδίκτυο, δόξα να 'χει ο Γιαραμπής.



Ο Ευρωφασισμός, τόσο ο Δεξιός, όσο και ο «Αριστερός», δεν μπορεί να κάνει άλλο Ιδεολογικά, παρά να στηρίζεται μόνιμα στην διαστρέβλωση.
Στο Διαδικτυακό Μπλογκ «periousios.blogspot» δημοσιεύτηκε την Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013 ένα άρθρο με τίτλο : «Μια ιστορία υποτιθέμενης διαγραφής χρέους».
Από την πρώτη παράγραφο κιόλας, είναι εμφανής η προσπάθεια εξωραϊσμού του σημερινού καθεστώτος Ευρωφασιστικής Κατοχής της χώρας μας.
Και φυσικά επιχειρείται με την τοποθέτηση της σύγκρισης με το Τεταρταυγουστιανό Μεταξικό Καθεστώς του 1936 – 1940.

Ιδού λοιπόν η προαναφερθείσα πρώτη παράγραφος :

«Υπάρχει μια μικρή ιστορία, που θέλει το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά να προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και να επιτυγχάνει την έκδοση αποφάσεως, με την οποία η Ελλάδα κατάφερε, ώστε να μην πληρώσει το χρέος της προς μια βελγική τράπεζα. Αυτή η ιστορία διαδίδεται εδώ και μια διετία, περίπου, υπάρχει σε ιστότοπους πάσης φύσεως, προβάλλεται ως η λύση, που αρνούνται να ακολουθήσουν οι τωρινοί κυβερνώντες, και συνοδεύεται με συγκρίσεις του τότε πολιτικού με τους σημερινούς, οι οποίες φτάνουν μέχρι του σημείου να θεωρείται υπέρτερη η πολιτική του από αυτή των σημερινών.».

Είναι ευνόητο ότι αυτό που συνάγεται από αυτά, είναι ότι η Πολιτική «… των σημερινών.» δεν είναι χειρότερη από αυτήν του Δικτάτορα Μεταξά ….. Δεν μπορώ να έχω καμιά αντίρρηση ότι πρόκειται όντως περί μιας αρκετά «Αξιοπρεπούς» …. «Δημοκρατικής» απολογητικής των πεπραγμένων των πρόσφατων Κυβερνήσεων, ως είθισθαι επί των ημερών μας …
Παρακάτω παραπέμπει σε Ιστοσελίδες Τοπικών οργανώσεων του Ε.ΠΑ.Μ, και συνεχίζει με παραπομπή στην απόφαση του Δικαστηρίου που διεξήχθη τότε, για να οδηγήσει «αβίαστα» στο «συμπέρασμα» περί «υπόπτου βασιμότητας» των όσων τάχατες «διαδίδει» το Ε.ΠΑ.Μ : «η αναζήτηση αποκλειστικά στα ελληνικά οδηγεί, μεταξύ άλλων, στις παραπάνω, υπόπτου βασιμότητος, ιστοσελίδες.». Έτσι τελειώνει την δεύτερη παράγραφο, εκβιάζοντας «συμπεράσματα» για τον «ύποπτο» Πολιτικό χαρακτήρα του Ε.ΠΑ.Μ ……
Παρακάτω μας διηγείται συνοπτικά όλο το Ιστορικό της Υπόθεσης, για να καταλήξει στα εξής «Συμπεράσματα» :
«Συμπεράσματα;
.-          Η παραπάνω απόφαση όχι μόνο δεν δικαίωσε την Ελλάδα αλλά ανεγνώρισε, ότι οι από 03.01.1936 και 25.07.1936 διαιτητικές αποφάσεις ήταν δεσμευτικές γι’ αυτή. Κατά τα κοινώς λεγόμενα, η Ελλάδα ηττήθηκε κατά κράτος. Και ναι μεν το παραπάνω Δικαστήριο αναγνωρίζει, ότι οι είναι δυνατή μια νέα συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, την οποία η Ελλάδα θα δύναται να τηρήσει, λαμβανομένων υπόψη της κακής οικονομικής καταστάσεώς της, πλην, όμως, μέχρι να ληφθεί μια τέτοια συμφωνία(που, εξ όσων γνωρίζω, ουδέποτε ελήφθη), οι παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις δέσμευαν την Ελλάδα.


.-       Ουσιαστικά η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την τράπεζα «Societe Commerciale deBelgique» αφορούσε το χαρακτηρισμό του χρέους είτε ως μέρους του δημοσίου χρέους της χώρας και, εντεύθεν, υπαγόμενο στις ειδικότερες ρυθμίσεις περί του τρόπου αποπληρωμής του είτε ως ρυθμιζόμενου από τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις. Η Ελλάδα προφανώς λόγω της δυσχερούς οικονομικής της κατάστασης είχε συμφωνήσει να εξοφλεί το δημόσιο χρέος της κατά τρόπο, που να μην οδηγούσε στην ολοκληρωτική εξαθλίωσή της. Επεδίωξε, λοιπόν, να υπαγάγει και το χρέος της προς την ανωτέρω βελγική τράπεζα στους ίδιους όρους, πλην, όμως, η απόφαση του Διαρκούς Δικαστηρίου του Διεθνούς Δικαίου δεν έκανε δεκτό αυτό τον ισχυρισμό της.

.-      Προκύπτει αβίαστα, ότι η Ελλάδα ενήργησε κατά τρόπο εκβιαστικό απέναντι στη βελγική τράπεζα, αξιώνοντας ουσιαστικά την ανατροπή των οριζομένων από τις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις προϋποθέσεων εξόφλησης της οφειλής της Ελλάδος προς την τράπεζα αυτή. Η απόφαση, που παραπάνω αναφέραμε, αποτελεί την πιο απτή απόδειξη της τύχης των πολιτικών λεονταρισμών χωρών, οι οποίες ξαφνικά προφασίζονται διάφορους τρόπους, προκειμένου να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τρίτους (και δεν αναφέρομαι σε ό,τι θεωρείται ως επαχθές χρέος, σύμφωνα με τη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων).».

Από την πρώτη παράγραφο κιόλας των «συμπερασμάτων», το μόνο που μπορεί να συμπεράνει ένας στοιχειωδώς Δημοκρατικός νούς, είναι ότι ΑΚΟΜΑ και η Μεταξική ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ – που σημειωτέον, αρκετοί Αριστεροί Ιστορικοί και Θεωρητικοί, όπως πχ ο Πουλαντζάς, (που πέρα από την όποια διαφωνία με το σκεπτικό του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «ΦΑΣΙΣΤΑΣ» … ) δεν θεωρούσαν και Φασιστική – υπήρξε λιγότερο Αντιλαϊκή και ξενόδουλη από τους «σημερινούς» Ευρωφασίστες ….. Και συνεπώς οι σύγχρονοι Ευρωφασίστες είναι κατά πολύ περισσότερο Αντιλαϊκώτεροι και ξενόδουλοι του Μεταξικού Καθεστώτος ….. Ο Μεταξάς σε σύγκριση με αυτούς μπορεί να κατηγορηθεί μόνο ως Φασιστικά ελλειμματικός ….

Ακόμη και αν είχε ηττηθεί ολοσχερώς στο Διεθνές Δικαστήριο, πάλι θα εξαγόταν ότι υπήρξε λιγότερο Αντιλαϊκή, μόνο και μόνο από το ότι τουλάχιστον προχώρησε και έφτασε ως το Δικαστήριο …..

Το επιστέγασμα του άρθρου :

«Αν θέλει κανείς να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα, τι είδους απόφαση εξέδωσε στις 15.06.1939 το Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου και κατά πόσο δικαίωσε, τελικά, την Ελλάδα, μπορεί να διαβάσει το κείμενο της απόφασης απευθείας εδώ. Αν, πάλι, αρέσκεται να ονειρεύεται διαγραφές χρεών και δικαίωση της κακώς εννοούμενης μαγκιάς, υπάρχουν μπόλικα σχετικά κείμενα στο Διαδίκτυο, δόξα να 'χει ο Γιαραμπής.»

Αν αυτό δεν είναι μια συγκαλυμμένη, και ακριβώς γι αυτό μια από τις αθλιότερες, αν όχι η πιο αναίσχυντες υπεράσπιση της Ευρωφασιστικής Χρεωκρατίας, τότε τι άλλο μπορεί να είναι ?

Τέλος το Ε.ΠΑ.Μ, λειτουργεί με μια Μετωπικού Τύπου, σχετική αυτονομία στις κατά τόπους οργανώσεις του, ανάμεσά τους, και έναντι του Κεντρικού Ε.ΠΑ.Μ, ώστε η όποια Κριτική για να έχει κάποια βάση εγκυρότητας, πρέπει να στοχεύει τις Κεντρικές Θέσεις του Ε.ΠΑ.Μ, ή το πολύ - πολύ, για τους ΗΛΙΘΙΟΥΣ που θέλουν να ταυτίζουν μια οργάνωση με τον Επικεφαλής της, άντε να περιλάβουμε στην «Κριτική» και τις όποιες Προσωπικές θέσεις του Καζάκη, που δεν είναι πάντα και Επίσημες θέσεις του Ε.ΠΑ.Μ .....

Και από όσο ξέρω, τόσο για το Ε.ΠΑ.Μ, όσο και τον Καζάκη Προσωπικά, ποτέ μα ποτέ δεν αναφέρθηκαν σε αυτήν την Ιστορία, χρησιμοποιώντας την λέξη «διαγραφή» …..
Η διαστρέβλωση εδώ ξεκινάει από τον τίτλο του άρθρου : «Μια ιστορία υποτιθέμενης ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ χρέους».
Πρόκειται για ένα άναρθρο «Άρθρο», », μια «Κριτική» τύπου Περδεντέρη, ή κατά τι πορνογραφικότερη, του στυλ της γνωστής ημεδαπής πορνοστάρ Μαρίας Κώνστα, που εξαναγκάζει στην χρήση των «όπλων της Κριτικής», με την επιφύλαξη για οιανδήποτε ενδεχόμενη περαιτέρω ΚΡΙΤΙΚΗ συνέχεια, στα Δεξιά και «Αριστερά» παπαγαλάκια, της Ευρωφασιστικής απολογητικής …..

ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ :

Ο Δημήτρης Καζάκης με την ιδιότητα του Γενικού Γραμματέα του ΕΠΑΜ και στην τελική τοποθέτηση του, με την οποία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Διεθνούς Συνάντησης που διοργάνωσε το ΕΠΑΜ με θέμα το χρέος, το εθνικό νόμισμα και τη Δημοκρατία, στον Κεραμεικό, την 1η Δεκεμβρίου 2013,
http://youtu.be/A_XTw52zXRY

epam icc·


αναφέρθηκε στην περίπτωση της Ελλάδας το 1939 με τον εξής τρόπο:

«Τι είναι λοιπόν ρεαλιστικό να κάνει κανείς; Η ιστορία, επειδή μιλάμε ρεαλιστικά, αν είναι ρεαλιστικό να διαγράψουμε τα χρέη ή όχι, η ιστορία είναι γεμάτη από ερείπια σχεδίων και προτάσεων για διαγραφή ή μείωση των χρεών ως αποτέλεσμα της καλής θέλησης των δανειστών. Τ’ ακούμε και σήμερα : «να πάμε να τα βρούμε με τους δανειστές», «να διαπραγματευτούμε», «να τους πείσουμε», «να μας πείσουν», «να μας κάνουν» – κι οτιδήποτε. Εγώ σας εγγυώμαι ότι δεν πρόκειται να βγάλετε τίποτα. Γιατί μπορεί να σου λένε «εντάξει, πες μου ένα παράδειγμα κάποιας χώρας που διέγραψε μονομερώς το χρέος» – και μπορούμε να αναφέρουμε παραδείγματα, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας το 1939, το χρέος προς το Βέλγιο, αλλά εγώ θα ρωτήσω ανάποδα : «πείτε μου μια χώρα που διέγραψε οικειοθελώς, με τη θέληση ή τη συμφωνία των δανειστών της το χρέος, έστω και μέρος αυτού, και ευτύχησε ο λαός της». Δεν υπάρχει ούτε μία από τον 19ο αιώνα. Η διαγραφή του χρέους είναι πάντα πολιτική πράξη ενός κυρίαρχου λαού, για να μπορέσει να αποβεί υπέρ του, για να μην έχει συνέπειες και ανταλλάγματα εις βάρος του, που βεβαίως θα τα δημιουργήσουν οι δανειστές, προκειμένου να διατηρήσουν υπό τον έλεγχό τους ή υπό την εκμετάλλευσή τους αυτές τις χώρες και τους λαούς.
Μόνο ο πεισματικός αγώνας των λαών μπόρεσε να μας δώσει τα μόνα πρακτικά παραδείγματα διαγραφής του χρέους χωρίς ανταλλάγματα προς τους δανειστές καταστροφικά για τους λαούς και τις χώρες. Πρέπει λοιπόν να πάμε σε μονομερή διαγραφή του χρέους με τον αγώνα του λαού. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για μάς. Το βασικό νομικό και πολιτικό εργαλείο για να τα καταφέρουμε είναι η κατάκτηση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. [χειροκρότημα]
Μόνο μ΄αυτό τον τρόπο μπορούμε να επιφέρουμε διαγραφή του χρέους που είναι τόσο αναγκαία για να πούμε ότι μπορούμε έστω να σταθούμε στα πόδια μας. Γιατί εδώ δε συζητάμε ακόμα για ανάκαμψη. Εδώ συζητάμε να ξεφορτωθούμε τα βάρη που μάς συνθλίβουν. Και πώς μπορούμε να κατακτήσουμε την εθνική και λαϊκή κυριαρχία; Μόνο με έναν τρόπο : την ανατροπή του σημερινού καθεστώτος αποικιακής κατοχής μέσα από μια παλλαϊκή εξέγερση [χειροκρότημα] που θα βασίζεται στην πατριωτική ενότητα του ελληνικού λαού [χειροκρότημα]. Δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος. Δε μας έχουν αφήσει καμιά άλλη επιλογή. Το ξέρουμε όλοι. Τα δοκιμάσαμε όλα : διαμαρτυρίες, απεργίες, φωνές μούντζες, ό,τι θέλετε. Και λοιπόν; Εισπράξαμε ξύλο, βάρβαρο χημικό πόλεμο, κι επιπλέον στρατούς κατοχής στην πραγματικότητα με μισθοφόρους ή με πραιτοριανούς,… Λοιπόν, δε μας έχουν αφήσει καμιά άλλη επιλογή. Κι όπως έλεγε και ο Χαρίλαος Τρικούπης το 1876, οι λαοί ποτέ δεν είναι υπεύθυνοι για τις επαναστάσεις τους. Υπεύθυνες είναι πάντα οι κυβερνήσεις που τις κάνουν ΑΝΑΠΟΔΡΑΣΤΕΣ. [χειροκρότημα]»


Σε κάθε περίπτωση κάθε ηλίθιος εγκάθετος που παραπέμπει στις ειδικά επιλεγμένες πηγές του γράφοντας:
«περιλαμβάνονται στο Διαδίκτυο και οποιοσδήποτε χρήστης του με στοιχειώδεις γνώσεις της αγγλικής γλώσσας μπορεί να τις ανεύρει»
και συγκεκριμένα στη σελίδα 28 που χαρακτηριστικά αναφέρονται τα εξής:
In this case, which was dealt with before the Permanent International Court in 1938/39, Greece's legal counsel, Jean Youpis, pleaded that the state could end up in a situation in which it was no longer able to comply with its obligations both towards its creditors and towards its own citizens, so that the question then arose as to which of the two obligations had to take second place in such cases. 
Στην περίπτωση αυτή, η οποία κρίθηκε ενώπιον του Μονίμου Διεθνούς Δικαστηρίου 1938-1939, νομικός σύμβουλος στην Ελλάδα, Jean Youpis, ομολόγησε ότι το Κράτος θα μπορούσε να καταλήξει σε μια κατάσταση στην οποία δεν ήταν πλέον σε θέση να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της τόσο έναντι της πιστωτών και έναντι των πολιτών της, έτσι ώστε να τίθεται το ζήτημα ως προς το ποια από τις δύο υποχρεώσεις έπρεπε να πάρει τη δεύτερη θέση σε τέτοιες περιπτώσεις.
Επίσης ας γνωρίζει και τα εξής:
Ο Alexander Nahum Sack, ρώσος διεθνολόγος (πρώην υπουργός του Τσάρου και στέλεχος του κόμματος των καντέτων), διατύπωσε το 1927 στο Παρίσι την έννοια του “odious debt” στο έργο του: Les effets de transformations des ‘Etas sur leur dettes publiques et antres obligations financieres, Paris, Recueil Sirey (πηγή: http://www.cisdl.org).

Η επίκληση ουσιαστικά της αρχής του “απεχθούς” χρέους στις διεθνείς σχέσεις, ανάγεται στο 1898, όταν στον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ-Ισπανίας για τον έλεγχο της Κούβας, οι ΗΠΑ ως νικήτρια δύναμη, αρνήθηκαν στις διαπραγματεύσεις του Παρισιού να πληρώσουν τα δάνεια της Ισπανίας προς την Κούβα, ισχυριζόμενες:
α) ότι τα δάνεια δεν βοήθησαν το λαό της Κούβας, ενώ ορισμένα χρησιμοποιήθηκαν για την καταπίεσή του,
β) ότι η Κούβα ποτέ δεν συμφώνησε σε αυτό το χρέος και
γ) οι πιστωτές γνώριζαν την κατάσταση και πήραν το ρίσκο της ενδεχόμενης μη αποπληρωμής τους.
Περίπου έναν αιώνα αργότερα οι ΗΠΑ, εφαρμόζοντας την ίδια πρακτική στο Ιράκ, στήριξαν την άρνηση της ιρακινής (κατοχικής) κυβέρνησης να μη πληρώσει τα δάνεια του καθεστώτος Σαντάμ Χουσεΐν.
Παρότι στην αρχή επικαλέστηκαν την έννοια του “απεχθούς” χρέους, μετά άλλαξαν τακτική (για να μην δεσμεύονται σε άλλες περιπτώσεις) και δικαιολόγησαν την άρνησή τους στη βάση της βιωσιμότητας της χώρας, που τελικά οδήγησε στη διαγραφή του 80% του χρέους (www.cisdl.org).
Για
μεγαλύτερη ανάλυση βλέπε, Khalfan, A., «Sites and Strategic Legal Options for Addressing illegitimate Debt», καθώς King, J., «The Doctrine of Odious Debt Under International Law Definition», του Centre for International Sustainable Development Law, 2002, Montreal Quebec, Canada, http://www.cisdl.org.


ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ