Του Δημήτρη Κλαράκη
Ιστορική τομή στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία αποτελεί κατόπιν λαϊκής επιταγής, αγώνων, επαναστάσεων, το πέρασμα από την απόλυτη, ελέω θεού μοναρχία, στη συνταγματική μοναρχία. Κομβικό σημείο υπήρξε η Γαλλική Επανάσταση του 1789.
Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 κατάργησε την απόλυτη μοναρχία στην Γαλλία γκρεμίζοντας το φεουδαρχικό σύστημα. Ενέπνευσε τους λαούς όλης της Ευρώπης να παλέψουν ενάντια στην εκμετάλλευση και την απολυταρχική μοναρχία, αποτελώντας το έναυσμα για τον ξεσηκωμό στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Η επανάσταση οργανώθηκε από την ανερχόμενη αστική τάξη, η οποία εμπνευσμένη από τα κηρύγματα των Διαφωτιστών και με κεντρικό σύνθημα το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», θέλησε να περιορίσει την απόλυτη και απεριόριστη μοναρχική εξουσία μετατρέποντάς την αρχικά σε συνταγματική και εν συνεχεία καταργώντας την.
Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 κατάργησε την απόλυτη μοναρχία στην Γαλλία γκρεμίζοντας το φεουδαρχικό σύστημα. Ενέπνευσε τους λαούς όλης της Ευρώπης να παλέψουν ενάντια στην εκμετάλλευση και την απολυταρχική μοναρχία, αποτελώντας το έναυσμα για τον ξεσηκωμό στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Η επανάσταση οργανώθηκε από την ανερχόμενη αστική τάξη, η οποία εμπνευσμένη από τα κηρύγματα των Διαφωτιστών και με κεντρικό σύνθημα το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», θέλησε να περιορίσει την απόλυτη και απεριόριστη μοναρχική εξουσία μετατρέποντάς την αρχικά σε συνταγματική και εν συνεχεία καταργώντας την.
Η Γαλλική Επανάσταση ενέπνευσε την ελληνική επανάσταση του 1821 και αποτελεί το πρόπλασμα για τα γεγονότα που οδήγησαν στην ιστορικά αποκαλούμενη επανάσταση της τρίτης Σεπτεμβρίου 1843. Με τον όρο επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου περιγράφονται τα γεγονότα του 1843, τα οποία κατέληξαν στην παραχώρηση συντάγματος από τον Όθωνα και στη μετάβαση της Ελληνικής πολιτείας από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική μοναρχία. Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο έγιναν οι εκλογές του 1843 και οι εκλεγμένοι πληρεξούσιοι συγκρότησαν την συνταγματική Εθνική Συνέλευση που είχαν απαιτήσει όσοι έλαβαν μέρος στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και συνέταξαν Σύνταγμα, το οποίο υπέγραψε ο Όθωνας. Από τότε η πλατεία των Ανακτόρων μετονομάστηκε σε Πλατεία Συντάγματος.
Η μετεξέλιξη της απόλυτης σε συνταγματική μοναρχία αποτέλεσε το πρώτο βήμα στην μακρόχρονη και επίπονη διαδρομή αγώνων, ζυμώσεων και κοινωνικών ανακατατάξεων μέχρι την επικράτηση του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος.
Γιατί είναι τόσο σημαντική λοιπόν η ύπαρξη συντάγματος και νόμων σε μια πολιτεία. Πολύ απλά ο νόμος εξ ορισμού θέτει όρια, κανόνες και κατά συνέπεια περιορίζει κάθε μορφή απόλυτης εξουσίας και επιβολής. Κάθε κοινωνική σχέση, μηχανισμός, δικαίωμα, υποχρέωση καθορίζονται, υπάγονται και ρυθμίζονται από ένα προκαθορισμένο πλαίσιο αρχών που ακόμα και αν έχει ατέλειες περιορίζει στα πρώιμα στάδια, αποτρέπει σε οργανωμένες δημοκρατικές κοινωνίες, την ασυδοσία του ισχυρού παρέχοντας έτσι αναπόφευκτα μια ελάχιστη προστασία για τα πιο ανίσχυρα τμήματα του εποικοδομήματος . Αυτή είναι και η αιτία που ιστορικά ανέκαθεν οι αδύναμοι, οι ανερχόμενες κοινωνικές ομάδες και τάξεις απαιτούσαν την θέσπιση νόμων απέναντι στην εκάστοτε ολιγαρχική ελίτ που τους εξουσίαζε και τους καταπίεζε βάζοντας όρια και φραγμούς στην εξουσία της.
Για το λόγο οι μονάρχες σφόδρα αντέδρασαν στη μετατροπή της εξουσίας τους σε συνταγματική, αν και ουσιαστικά είχαν εξαιρετικά ευρύ φάσμα εξουσιών αλλά δεν διέθεταν πλέον τον απόλυτο, ανεξέλεγκτο και ανέλεγκτο έλεγχο του κράτους και της κοινωνίας, το προνόμιο της ελέω θεού βασιλείας. Όσο όμως θεσπίζονταν νόμοι τόσο η πλειοψηφία των πολιτών πίεζε δυναμικά για ακόμα δικαιότερους και δημοκρατικότερους θεσμικούς κανόνες, για μεγαλύτερη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και στη συνδιαμόρφωση των νόμων. Από το Λουδοβίκειο «το κράτος είμαι εγώ», μεταβαίνουμε σταδιακά με λαϊκούς αγώνες στο κράτος των θεσμών, στο κράτος δικαίου όπου η εξουσία πηγάζει από το λαό και ασκείται υπέρ αυτού.
Σήμερα θεωρείται δεδομένο και κεκτημένο δικαίωμα ότι μια ευνομούμενη και δημοκρατική πολιτεία οφείλει να θεσπίζει νόμους με άξονα τη διασφάλιση της δικαιοσύνης, ισονομίας, προστασίας των αδυνάμων προκειμένου να επιτευχθεί η κοινωνική ειρήνη. Ο νόμος αποτελεί το βασικό θεσμικό μηχανισμό αποφόρτισης των κοινωνικών εντάσεων, απόσβεσης των κραδασμών από τα αντικρουόμενα συμφέροντα, που υπάρχουν αναπόφευκτα σε κάθε μορφής κοινωνία, δια της υπαγωγής τους σε γενικούς και αφηρημένους κανόνες που προβλέπουν δικαιώματα, υποχρεώσεις, δικλείδες ασφαλείας και τρόπο τομής των διαφορών ώστε να αποτρέπονται οι αδικίες, αυτοδικίες και το αποκαλούμενο δίκαιο του ισχυρού.
Ο νόμος μεταφέρει στην κοινωνία το ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν επικρατούν ανεξέλεγκτες συνθήκες ζούγκλας αλλά όλοι οι πολίτες, ακόμα και οι πιο ισχυροί, οφείλουν να κινούνται εντός αυτού το προαποφασισμένου πλαισίου. Ο Σωκράτης πίνοντας το κώνειο και αρνούμενος τη βοήθεια των μαθητών του να δραπετεύσει, αποφεύγοντας μια άδικη τιμωρία, με τη στάση του σηματοδότησε ακριβώς αυτό: η εφαρμογή και τήρηση των νόμων μιας δημοκρατικής πολιτείας από όλους αποτελεί υπέρτερο αγαθό που πρέπει να διασφαλιστεί έναντι μιας μεμονωμένης περίπτωσης στρεβλής και άδικης εφαρμογής του, ακόμα και αν αφορά στο μεγάλο φιλόσοφο Σωκράτη.
Φυσικά ο νόμος, ως ανθρώπινη κατασκευή δεν είναι τέλειος. Αποτελεί συγκερασμό και αποτύπωση των κυρίαρχων κοινωνικών συσχετισμών της εκάστοτε περιόδου κατά το χρόνο θέσπισης του και ως εκ τούτου έχει σαφή κατεύθυνση τη διαφύλαξη της καθεστηκυίας τάξης τα συμφέροντα της οποίας και διασφαλίζει. Σε μια κοινωνία πχ με εξαιρετικά ανεπτυγμένη την μέση και ανώτερη αστική τάξη είναι λογικό οι βασικές αρχές που διέπουν το νομοθετικό πλαίσιο να κινούνται σε ένα φιλελεύθερο πεδίο διότι αυτή είναι η κοινωνικά επικρατούσα τάση. Ο νόμος δεν είναι αποκομμένος από τις κοινωνικές διεργασίες, την οικονομική δυναμική, τα ποικίλα ιστορικά γεγονότα τουναντίον επιχειρεί να συγκεράσει και να αποτυπώσει το κοινωνικό γίγνεσθαι σε ένα ελάχιστο επίπεδο συναίνεσης των μελών μιας κοινωνίας με αναφορά στο κυρίαρχο ταξικό, οικονομικό, κοινωνικό πλαίσιο αρχών και αξιών.
Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές η εκδηλούμενη δυσαρέσκεια εκ μέρους μεγάλης μερίδας των πολιτών απέναντι σε ένα συγκεκριμένο φορτισμένο οικονομικοπολιτικά νόμο, δεν αποτυπώνει απλά μια μορφή παραβατικότητας, άρνησης συμμόρφωσης αλλά ουσιαστικά αποτυπώνει την αλλαγή των υφισταμένων κοινωνικών συσχετισμών, την απουσία του μίνιμουμ της συναίνεσης και αποτελεί κοινωνικά, ιστορικά αφετηρία αλλαγών.
Για παράδειγμα στην Ελλάδα η μεγάλη αντίδραση στο νόμο για το περίφημο χαράτσι της ΔΕΗ, καθώς και σε σειρά άλλων μνημονιακών μέτρων λιτότητας, πλέον όλων των άλλων μηνυμάτων εξέπεμψε τη σαφή ιστορικά προειδοποίηση προς το σύστημα εξουσίας πως η αποκαλούμενη μεσαία αστική τάξη, που στήριξε όλο το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα, έπαυε πλέον να συναινεί στη διατήρηση του παγιωμένου status καθώς δεν ήταν σε θέση να εξυπηρετήσει τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της. Με άλλα λόγια η συρρίκνωση των εισοδημάτων της μεσαίας αστικής τάξης, σε όλη το φάσμα διαστρωμάτωση της (από τα ρετιρέ των εισοδημάτων ως το μικρομεσαίο), η απώλεια κατοχυρωμένων επί δεκαετίες εργασιακών δικαιωμάτων, η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους οδήγησαν αφενός στη φτωχοποίηση της και αφετέρου τη μετέτρεψαν σε δυναμική και κρίσιμη μάζα μιας μεγάλης ανατροπής συσχετισμών και αντιλήψεων στην Ελληνική κοινωνία που το πιθανότερο θα εκφραστεί πανηγυρικά και στις κάλπες.
Στη χώρα μας, όπου η παροχή υπηρεσιών υπήρξε πυλώνας της οικονομίας και η βιομηχανική παραγωγή είχε συρρικνωθεί από δεκαετίες, τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης καλείται να διαδραματίσει στην παρούσα συγκυρία η μεσαία αστική τάξη του εμποροϋπαλλήλου, του μικρομεσαίου επιχειρηματία, του ελεύθερου επαγγελματία, του αυταπασχολούμενου με μπλοκάκι παροχής υπηρεσιών. Από τον παραδοσιακό χειρονάκτη εργάτη του εργοστασίου έχουμε μεταβεί στον «εργάτη» του γραφείου, του υπολογιστή, του πανεπιστημιακού πτυχίου, της μικρής επιχείρησης, της παροχής υπηρεσιών.
Η μεσαία αστική τάξη έχει πληγεί περισσότερο από κάθε άλλη στον πυρήνα της τα τελευταία τρία μνημονιακά χρόνια και αυτή καλείται να αναλάβει τις ευθύνες της και να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά καθορίζοντας την πορεία της χώρας για τα επόμενα 30-40 χρόνια. Ίσως δεν διαθέτει την απαραίτητη ιδεολογική και ταξική συνείδηση, καθώς περισσότερο διαμορφώθηκε ως συνέπεια του ακολουθούμενου φιλελεύθερου καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου και λιγότερο ζυμώθηκε σε πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο παρά ταύτα σήμερα σηκώνει στους ώμους της την μεγάλη ευθύνη για μια σειρά από κρίσιμες επιλογές που αργά ή γρήγορα θα κληθεί να πάρει.
Ας ελπίσουμε να επιδείξουμε όλοι την ωριμότητα, τη σοβαρότητα και την αγωνιστική διάθεση που απαιτούν οι καιροί για να διασφαλίσουμε ένα καλύτερο αύριο, διαφορετικό από το χθες σε μια κοινωνία δικαίου, ισότητας και δημοκρατίας.
