Τι με κοιτάς τώρα, απέραντη λευκή σελίδα στο ψυχρό μηχάνημα με υφάκι υποτιμητικό; Το έπιασες στον αέρα, αυτή τη φορά είναι δύσκολο να σε γεμίσω, και έγινες αμέσως ειρωνική. Λέγε ό,τι θες, δε με νοιάζει και τόσο.
Να ξέρεις μόνο ότι μέσα μου έχω πολλά πράγματα να γράψω, να πω, να φωνάξω. Μεγάλωσα όμως πια. Με μεγαλώσανε τέλος πάντων. Και έχω μάθει πια να υπομένω στωικά και με ταπεινότητα το υπέρτατο μαρτύριο:Το μαρτύριο της απέραντης σιωπής.
Όταν δεν έχεις τι να πεις, η σιωπή όχι μόνο δεν είναι μαρτύριο, είναι λύση και μάλιστα η εύκολη. Όταν όμως τα μέσα σου βράζουν, το να μην αδειάζεις τις σκέψεις σου, τα συναισθήματα, τις αγωνίες, τις κραυγές σου, η σιωπή είναι επιλογή. Και αυτήν την επιλογή έκανα εγώ αυτήν τη φορά.
Αχτένιστος, αξιοπρεπής (τρομάρα μου) και μόνος επιμένω να μη μιλάω. Ίσως γιατί ξέρω ότι το μαρτύριο να μιλάς και να μη σε καταλαβαίνουν δεν είναι τόσο επίπονο όσο το να μιλάς και να μη θέλουν να σε καταλάβουν.
Αυτή τη φορά δε θα επιζητήσω τα λόγια της παρηγοριάς, δε θα ψάξω τη ματιά του φίλου, δε θα ζητήσω καταφύγιο ζάλης στο ποτό. Θα το βουλώσω, θα κλειστώ στο δωμάτιο και θα κοιτάζω το ταβάνι. Μέχρι το ταβάνι να είναι έτοιμο να γίνει πανί για να προβάλω εκεί την ασπρόμαυρη ταινία που παίζεται μέσα μου. Το πρόβλημα είναι ότι στο λευκό ταβάνι, το άσπρο της ταινίας χάνεται και μένει μόνο το μαύρο. Και έτσι το τέλος αναμένεται πικρό. Μόνο που λίγο πριν το τέλος, θα κλείσω τα μάτια, θα χαμογελάσω και θα (προσπαθήσω να) πιστέψω ότι μπορεί να υπάρχει και ένα εναλλακτικό τέλος, πολύ καλύτερο από αυτό που έχω ετοιμάσει εγώ.
Δε με τρομάζει τόσο αυτή η κατάσταση, όσο το ότι έχω αρχίσει να τη συνηθίζω και να την αντιμετωπίζω σα βετεράνος. Θα έδινα τα πάντα για να μπορούσα ακόμη και τώρα να νιώσω τον πανικό των 19 ετών. Να πάρω τηλέφωνο τους φίλους μου και να τους καλέσω εκτάκτως στο δωμάτιο μου για να δούμε μαζί την ταινία και να προτείνουν αυτοί το αισιόδοξο τέλος, να με πείσουν ότι θα υπάρξει και δεύτερη ταινία και ότι τίποτα δεν τελείωσε. Κι εγώ να ακουμπάω πάνω τους και το ποτό να με έχει ζαλίσει τόσο που το ταβάνι να μην εννοεί να κάτσει φρόνιμο.
Μπα... Πάνε αυτά... Τώρα οι φίλοι δουλεύουν μέχρι αργά και έχουν να ξυπνήσουν το πρωί. Άλλοι θέλουν να βοηθήσουν αλλά δε μπορούν. Αν μπορούσαν θα βοηθούσαν τον εαυτό τους... Και μετά τι να τους πεις; Τα ίδια;Βαρέθηκες να τα λες, αυτοί γιατί να μην έχουνε βαρεθεί να τα ακούνε;
Και κάπως έτσι, η απόλυτη σιωπή δείχνει η καλύτερη επιλογή. Και στη δουλειά σου θα πας, και στις υποχρεώσεις σου θα είσαι τυπικός και όλα θα δείχνουν καλά και κανείς δε θα καταλάβει γιατί σε τελική ανάλυση κανένας δεν ενδιαφέρεται να καταλάβει ότι όλα είναι απαίσια. Μαύρα. Σαν τα μαύρα τα πουλιά των Magic De Spell, ίσως.
ΓΑΤΑδότης ο Στέλιος Ποτηράκης
