Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Κίνημα ανατροπής του μνημονίου τώρα!

   Γράφει ο Δ. Δημητριάδης
Η συμφωνία στο Γιούρογκρουπ επισημοποίησε τον κυβερνητικό συμβιβασμό με τους «εταίρους», πράγμα που σημαίνει το οριστικό διαζύγιο της κυβέρνησης όχι μόνο με το συνεδριακό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ή τις προεκλογικές εξαγγελίες του, αλλά με τις προγραμματικές του δηλώσεις και τις μετεκλογικές εξαγγελίες και τοποθετήσεις των υπουργών.

Η συμφωνία αυτή διέψευσε με κατηγορηματικό τρόπο ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή πολιτική εντός του ευρώ και της ΕΕ, ότι μπορεί να καταργηθεί το μνημόνιο σε συμφωνία με τους «εταίρους», με τη σύμφωνη γνώμη του Βερολίνου και των Βρυξελλών, ότι τα μεγάλα αιτήματα των λαϊκών αγώνων των προηγούμενων χρόνων - διαγραφή του χρέους, κατάργηση των μνημονίων και των διαφόρων μέτρων που επιβλήθηκαν, ουσιαστική βελτίωση της ζωής του λαού κλπ χωράνε μέσα στην ευρωζώνη και την ΕΕ.
Σε τελική ανάλυση, ότι μπορεί η ΕΕ να γίνει ένωση των λαών και να αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό το βασικό πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από τις τελευταίες εξελίξεις ο ελληνικός λαός το έχει βαθιά αφομοιωμένο. Σχετικά με αυτό δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες.

Το επόμενο διάστημα η κυβέρνηση θα κινηθεί ανάμεσα σε συμπληγάδες. Από τη μια οι «εταίροι» και ο συμβιβασμός μαζί τους με βάση τα δικά τους κατάβαση συμφέροντα και από την άλλη οι προσδοκίες του λαού που τις βλέπει να διαψεύδονται. Από τη μια ο εξευμενισμός και τελικά η υποταγή στους εταίρους και από την άλλη η προσπάθεια να διατηρήσει την υψηλή λαϊκή αποδοχή που απολαμβάνει η κυβέρνηση και μαζί την ενότητα της και την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο συνδυασμός αυτός δεν είναι απλά δύσκολος, είναι ακατόρθωτος. Οι λόγοι είναι ευνόητοι. Η εφαρμογή του μνημονίου και γενικότερα της πολιτικής που απαιτούν οι Βρυξέλλες είναι σε πλήρη αντίθεσή με τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.

Η κυβέρνηση ανακοινώνει την κατάθεση και την προώθηση στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες σειράς νομοσχεδίων, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, τα «κόκκινα» δάνεια, την επαναλειτουργία της ΕΡΤ, για την αντιμετώπιση πλευρών της ανθρωπιστικής κρίσης και παράλληλα πρόταση για εξεταστική επιτροπή που θα διερευνήσει τις ευθύνες για την υπαγωγή της χώρας στο μνημόνιο και την επιτήρηση, θεωρώντας ότι αυτά δεν έχουν ουσιαστικό δημοσιονομικό κόστος. Ο στόχος είναι προφανής: να διασκεδάσει τις αρνητικές εντυπώσεις που προκάλεσε η συμφωνία στο λαό και να συντηρήσει ένα κλίμα αποδοχής και επιδοκιμασίας της. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι οι « εταίροι» θα συμφωνήσουν, αφού τα μέτρα αυτά πρέπει να τύχουν της έγκρισης τους.

Στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα για την κυβέρνηση. Εκεί οι ελιγμοί δεν θα έχουν τύχη και η ανοχή θα είναι μηδαμινή, μια και η παράδοση στο μεγάλο κεφάλαιο των φιλέτων της οικονομίας και της δημόσιας περιουσίας είναι ζωτικής σπουδαιότητας γι’ αυτό. Μπορεί να δηλώνει ο αρμόδιος υπουργός ότι δεν θα προχωρήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις, αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Ανακλήθηκε η άδεια της επιχείρησης εξόρυξης χρυσού στις Σκουριές της Χαλκιδικής για έλεγχο τήρησης των περιβαλλοντικών όρων. Πόσοι πιστεύουμε ότι θα ανακληθεί οριστικά; Θα έχει η κυβέρνηση το θάρρος να ακυρώσει την ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού ή θα βρει κάποιο τρόπο για να προχωρήσει αυτή; Θα ολοκληρωθεί η ιδιωτικοποίηση μεγάλων δημοσίων επιχειρήσεων στις βασικές υποδομές της χώρας; Ενδεικτική είναι η στάση του υπουργού οικονομικών απέναντι στην Cosco, μια ιδιωτικοποίηση που άρχισε επί K. Καραμανλή, την οποία το ΠΑΣΟΚ διατείνονταν ότι θα την καταργούσε αλλά τη συνέχισε και την διευκόλυνε, ο ΣΥΡΙΖΑ την κατάγγελλε σε όλους τους τόνους ακόμη και μετά τις εκλογές, αλλά απ' ό,τι φαίνεται δεν θα την αγγίξει. Δήλωσε πρόσφατα ο υπουργός οικονομικών στον Πειραιά: «Θέλουμε να προχωρήσουμε γρήγορα στη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που απαιτούνται ώστε να βελτιωθεί η συνεργασία της ελληνικής πολιτείας με την Cosco, και εντός των αμέσως επόμενων λίγων εβδομάδων θα έχουμε δημιουργήσει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για να κινηθούμε μπροστά. H επένδυση της Cosco είναι ξεκάθαρα μια μακροπρόθεσμη επένδυση. Και είναι ακριβώς το είδος εκείνο των επενδύσεων που η νέα κυβέρνηση θέλει να ενθαρρύνει ιδιαίτερα. Είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε τρόπους να συνδυάσουμε τις προγραμματικές δηλώσεις για το τι θέλουμε να κάνουμε στη χώρα με επενδυτικά πρότζεκτ σαν αυτό της Cosco στον Πειραιά».

Η κάλυψη των χρηματοδοτικών υποχρεώσεων για την αποπληρωμή του χρέους τους επόμενους μήνες εξελίσσεται με κύριο μοχλό πίεσης από τις Βρυξέλλες και εξώθησης σε πλήρη συμβιβασμό. Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι και ο τύπος ανεβάζουν τις ανάγκες αυτές στα 20 δις €, άλλοι στα 30 δισεκατομμύρια και άλλοι ακόμη περισσότερα. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση δεσμεύτηκε ότι θα υλοποιήσει όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές και φυσικά παραιτήθηκε από το λαϊκό αίτημα για διαγραφή του χρέους είναι αναγκασμένη να καταφύγει σε νέο δανεισμό που θα συνοδεύεται με νέους δυσβάστακτους όρους, με νέο μνημόνιο. Με την συμφωνία στο Γιουρογκρουπ νομιμοποίησε ουσιαστικά τα αντιλαϊκά μέτρα των μνημονίων, ενώ η δυνατότητα ικανοποίησης των λαϊκών διεκδικήσεων εξανεμίζεται. Ουσιαστικά τον Ιούνιο οδηγείται σε νέα συμφωνία, σε νέο μνημόνιο έστω και αν ονομαστεί διαφορετικά. Το αλυσόδεμα του λαού διαιωνίζεται.

Με τα δεδομένα αυτά η υψηλή αποδοχή που απολαμβάνει σήμερα η κυβέρνηση δεν πρόκειται να πάει μακριά. Οι εργαζόμενοι θα απογοητευτούν, θα πειστούν ότι δεν γίνεται τίποτε και τις λίγες ελπίδες που στήριζαν στο ΣΥΡΙΖΑ θα τις χάσουν.

Από τα πράγματα θα υπάρξουν εξελίξεις, θα διαμορφωθούν νέα δεδομένα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν στις συνθήκες αυτές το λαϊκό κίνημα θα βγει ενισχυμένο, ο συσχετισμός θα είναι θετικότερος υπέρ του ή αν η αστική τάξη θα διαμορφώσει τα δεδομένα με βάση τα συμφέροντα της. Αν ο εργαζόμενος λαός θα αποδεχθεί το συμβιβασμό και τη δεξιά στροφή της κυβέρνησης, έστω και παθητικά, ή ενεργητικά ενδυναμώνοντας τους αγώνες του θα την αντιπαλέψει και θα θέσει τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις του. Είναι μια έννοια η περίοδος στην οποία η χώρα και ο λαός εισέρχεται έχει μεγάλη σημασία. Θα ασκήσει την επίδραση της πιθανόν για αρκετά χρόνια. Το ζήτημα που τίθεται για τη ριζοσπαστική για την κομμουνιστική Αριστερά είναι με ποια τακτική με ποιο περιεχόμενο θα δυναμώσει η λαϊκή αντίσταση και η δράση. Ο λαός δεν θα εγκλωβιστεί, αλλά θα τροφοδοτήσει ένα αγωνιστικό ρεύμα που θα βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις.

Από τη μια πρέπει να έχουμε καθαρό ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία ανοχή στις κυβερνητικές αποφάσεις και τους συμβιβασμούς, παρά τις δυσκολίες και τις δυσχέρειες τις οποίες η κυβέρνηση επικαλείται. Απέναντι στην κυβέρνηση και την πολιτική της πρέπει να ορθωθεί ισχυρό μέτωπο αντιπαράθεσης και σύγκρουσης. Απέναντι όμως στον εργατικό και λαϊκό κόσμο που την ακολουθεί και τη στηρίζει απαιτείται ταξική, ενωτική στάση. Αυτός ο κόσμος πρέπει να κερδηθεί στο λαϊκό κίνημα και τους αγώνες.

Όσον αφορά το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης πρέπει αντικειμενικά να είναι τα λαϊκά αιτήματα που διατυπώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια και οι λαϊκές διεκδικήσεις. Η επιβίωση του λαού και της νεολαίας, η διαγραφή του χρέους, η έξοδος από το ευρώ στην προοπτική εξόδου από την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών και των μονοπωλίων στρατηγικής σημασίας χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο κ.λπ. Πίσω από αυτό το πλαίσιο το λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να πάει. Χωρίς να υποτιμάται κανένα θετικό μέτρο ανακούφισης των εργαζομένων, το λαϊκό κίνημα στο όνομα των δυσκολιών και των εκβιασμών των ιμπεριαλιστικών οργανισμών δεν θα περιστείλει τις διεκδικήσεις του.

Καθώς διαρκώς μεγαλώνει η διάσταση ανάμεσα στις λαϊκές απαιτήσεις και ελπίδες από τη μια και την πολιτική της κυβέρνησης από την άλλη, πρέπει το λαϊκό κίνημα να οργανώσει την δράση του, θέτοντας πλατιά μέσα στο λαό τις πραγματικές διεκδικήσεις που οι συνθήκες απαιτούν. Είτε πρόκειται για τα οικονομικά ζητήματα επιβίωσης, είτε πρόκειται για τις ιδιωτικοποιήσεις, για τη διαγραφή του χρέους, για το τεράστιο ζήτημα της ευρωζώνης και της ΕΕ Αυτό πρέπει να είναι το περιεχόμενο.

Όσον αφορά τις μορφές ανάπτυξης του εργατικού και του λαϊκού κινήματος, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ανάπτυξη του σε ενιαία βάση όπως την περιγράψαμε προηγούμενους. Ενωτικά και ισότιμα θα συσπειρωθούν συνδικάτα, σύλλογοι, επιτροπές αγώνα και συνδικαλιστικές κινήσεις πάνω στην από κοινού συμφωνημένων βάση.

Μια τελευταία παρατήρηση σχετίζεται με το πλαίσιο των αιτημάτων που πρόβαλε με ανακοίνωση του το ΚΚΕ για το πρόσφατο συλλαλητήριο του στο Σύνταγμα. Στην ανακοίνωση που καλούσε στο συλλαλητήριο διαβάζουμε:

«Λήψη άμεσων μέτρων ανακούφισης των λαϊκών οικογενειών και προστασίας των ανέργων.

Επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, υποχρεωτική εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων…

Πραγματική επαναφορά με νόμο του κατώτατου μισθού στα 751 €.

Επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης και κατάργηση των αντιλαϊκών μέτρων που μείωσαν τις συντάξεις και αύξησαν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης…

Απαλλαγή των λαϊκών οικογενειών από τα χαράτσια...

Κανένας πλειστηριασμός σε πρώτη και δευτερεύουσα κατοικία των λαϊκών οικογενειών...

Αύξηση των δαπανών για αποκλειστικά δημόσια δωρεάν παιδεία, υγεία, πρόνοια».

Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένα πλαίσιο καθαρά οικονομίστικο. Περιλαμβάνει 7 στόχους άμεσων οικονομικών διεκδικήσεων, εντελώς αναγκαίων και παράλληλα εντελώς ανεπαρκών ακριβώς επειδή πρόκειται μόνο για οικονομικές διεκδικήσεις. Οι εργαζόμενοι, ο λαός δεν ικανοποιούνται με τη διατύπωση μόνο οικονομικών αιτημάτων. Αυτό μπορεί να το κάνει οποιαδήποτε συνδικαλιστική παράταξη, μπορεί να το κάνει κάθε σωματείο. Ο λαός ζητά απαντήσεις στο ερώτημα πώς θα βγούμε από τη σημερινή κατάσταση, διεκδικούμε με ποια τακτική και με ποιον τρόπο θα το πετύχουμε, πώς μπορεί ο εργαζόμενος να μην υφίσταται σε ολόκληρη τη ζωή του από την εκμετάλλευση και καταπίεση, αναζητά ολοκληρωμένες απαντήσεις και εδώ υπάρχει ένα τεράστιο κενό.

Είναι αναγκαία η διατύπωση οικονομικών διεκδικήσεων γιατί πρέπει να απευθύνεται η πρωτοπορία στα ευρύτερα τμήματα των εργαζομένων, τα οποία λίγες εμπειρίες από ταξικούς αγώνες έχουν και πολιτικά είναι συντηρητικά. Μένοντας όμως στα οικονομικά αιτήματα δεν δίνουμε καμία προοπτική, κάτι που δεν συμφέρει τους εργαζόμενους, αλλά την αντίπαλη τάξη. Είναι μεγάλο λάθος ότι στα σωματεία, στο μαζικό κίνημα, μπαίνουν μόνο οικονομικά αιτήματα. Πρέπει να μπαίνουν και μεγάλοι πολιτικοί στόχοι που αμφισβητούν τα καπιταλιστικά πλαίσια, αρκεί φυσικά να λαμβάνεται υπ' όψιν το επίπεδο ωριμότητας των εργαζομένων.

Στη σημερινή συγκυρία το ζήτημα της διαγραφής του χρέους, των εθνικοποιήσεων, των τεράστιων ευθυνών της ευρωζώνης και της ΕΕ στην ελληνική κρίση και στα μνημόνια και το αίτημα της αποδέσμευσης είναι αιτήματα - στόχοι που πρέπει να μπουν και να διεκδικηθούν από το εργατικό κίνημα. Και όμως ενώ πρέπει να μπουν στα συνδικάτα, δεν τα θέτει το ΚΚΕ Η κατηγορία που απευθύνεται στο κόμμα για στροφή στον οικονομισμό κάτω από τις δυσκολίες και το φόβο της απομόνωσης από τους εργαζόμενους δεν είναι υπερβολική. Η υποβάθμιση της πολιτικής πάλης είναι ο χειρότερος τρόπος για να συνδεθεί το ΚΚΕ με την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό.

Η τελευταία θέση της ανακοίνωσης του ΚΚΕ είναι ενδεικτική του πόσο αλλοπρόσαλλη είναι η χάραξη της πολιτικής του κόμματος και η σύνδεση της καθημερινής δράσης του με τους στρατηγικούς στόχους του, με την προοπτική. Αναφέρει: «Η εργατική τάξη, ο λαός μπορεί να τα καταφέρει, οργανώνοντας τον αγώνα και τη συμμαχία του, παλεύοντας για ένα άλλο δρόμο ανάπτυξης που θα υπηρετεί τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, με αποδέσμευση από την ΕΕ, με μονομερή διαγραφή του χρέους, με κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων και με το λαό στην εξουσία».

Πώς να καλύψει τον εργαζόμενο λαό η θέση αυτή; Δηλαδή σήμερα ο λαός αγωνίζεται για οικονομικές κατακτήσεις και για την επιβίωσή του και παράλληλα του θυμίζουμε ότι ένας άλλος δρόμος ανάπτυξης, δηλαδή ο σοσιαλισμός, είναι η λύση με βάση το δικό του συμφέρον. Εκεί θα διαγραφεί το χρέος, θα αποδεσμευτεί η χώρα από την ΕΕ, θα κοινωνικοποιηθούν τα μονοπώλια και λοιπά. Μέχρι τότε δεν διεκδικεί μεγάλους πολιτικούς στόχους, δεν οξύνει τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της αστικής εξουσίας, αφήνει να περάσει η τεράστια κρίση που βιώνουμε χωρίς κόστος και αναίμακτα για το κεφάλαιο. Αυτός ο δρόμος, όμως, είναι ακριβώς ρεφορμισμός και, αντικειμενικά πέρα από προθέσεις, καταλήγει στο συμβιβασμό με την αστική τάξη, εναντίον της εργατικής τάξης και της προοπτικής της.

http://ergatikosagwnas.gr